Basil the Great, Archbishop of Caesarea in Cappadocia

Saint Basil the Great was born at the end of the year 329, in Caesarea of Cappadocia, to a family renowned for their learning and holiness. His parents’ names were Basil and Emmelia. They were both noble and rich with a most flourishing Christian belief. His mother Emmelia and his grandmother Macrina are Saints of the Church, together with all his brothers and sisters: Macrina, his elder sister, Gregory of Nyssa, Peter of Sebastia, and Naucratius. Basil studied in Constantinople under the sophist Libanius, then in Athens, where also he formed a friendship with the young Gregory, a fellow Cappadocian, later called «the Theologian». He studied philosophy, rhetoric, grammar, astronomy, and medicine. From Athens, he returned to Caesarea and taught the rhetorical art. Through the good influence of his sister Macrina, he chose to embrace the ascetical life, abandoning his worldly career. He visited the monks in Egypt, in Palestine, in Syria, and in Mesoppotamia, and upon returning to Caesarea, he departed to a hermitage on the Iris River in Pontus, not far from Annesi, where his mother and his sister Macrina were already treading the path of the ascetical life; Here he also wrote his ascetical homilies.

About the year 370, when the bishop of his country reposed, he was elected to succeed to his throne and was entrusted with the Church of Faith, showed himself to be a martyr by volition. Modestus, amazed at Basil’s fearlessness in his presence, said that no one had ever so spoken to him. «Perhaps», answered the Saint, «you have never met a bishop before». The Emperor Valens himself was almost won over by Basil’s dignity and wisdom. When Valen’s son fell gravely sick, he asked Saint Basil to pray for him. The Saint promised that his son would be restated if Valens agreed to have him baptized by the Orthodox; Valens agreed, Basil prayed, and later the son was restored. But afterwards, the Emperor had him baptized by Arians, and the child died soon after, Valens, persuaded by his counselors, decided to send the Saint into exile because he would not accept the Arians into communion; But his pen broke when he was signing the edict of banishment. He tried a second time and a third, but the same thing happened, so that the Emperor was filled with dread, and tore up the document, and Basil was not banished. The truly great Basil, spent with extreme ascetical practices and continual labors, at the helm of the church, departed to the Lord on the 1st of January, in 379. He was forty-nine.

His writings are replete with wisdom and erudition, and rich are these gifts he set forth the doctrines concerning the mysteries both of the creation (see his Hexaemeron) and of the Holy Trinity (see On the Holy Spirit). Because of the majesty and keenness of his eloquence, he is honored as «the revealer of heavenly things» and «the Great».

Saint Basil’s memory is celebrated on January 1st, on January 30th with Saint Gregory the Theologian and Saint John Chrysostom.

Saint Basil is considered one of the three great leaders of the church, along with Saint Gregory the Theologian and Saint John Chrysostom. The three share the title of patron saint of education. During his lifetime in the 300’s, Saint Basil was both an intellectual driving force behind the formation of the Greek Orthodox religion and a living example of faith and kindness in his everyday dealings with people. 

The custom of New Year Cake-Vassilopita

During the reign of Julian the Apostate, when Byzantium declared war on Persia, Julian went with his army through Caesarea. He ordered to tax throughout the province and take the collected money on his way back to Constantinople.

Thus, residents were forced to pay what everyone had, such as gold coins, jewelry etc. But Julian died ingloriously in a battle during the war with the Persians, and did not go back to Caesarea. Then Saint Basil ordered to give back to the poor, half of the gathered gold, keeping only a small portion that was reserved for the needs of charitable institutions of Vassiliada, and the rest distributed to residents with a novel way: ordered to bake breads and in each bread to put a gold coin or jewelry, then distributed them to all houses, so when the people eat the bread will find something inside. Thus was born the tradition of pie called vassilopita. 


Your voice resounded throughout the world that received your word by which, in godly manner, you taught dogma, clarified the nature of beings, and set in order the character of people. Venerable father, Royal priesthood, intercede to Christ God to grant us great mercy.


For the Church art thou in truth a firm foundation, granting an inviolate lordship unto all mortal men and sealing it with what thou hast taught. O righteous Basil, revealer of heavenly things.

Βίος και Πολιτεία του Αγίου Βασιλείου του Μεγάλου (329-378)

Ο Άγιος Βασίλειος, γεννημένος το 330 μ.Χ. στη Νεοκαισάρεια του Πόντου από γονείς ευγενείς με δυνατό χριστιανικό φρόνημα, έμελλε να γίνει Μέγας πνευματικός διδάσκαλος και κορυφαίος θεολόγος και Πατέρας της Εκκλησίας, αφού η χριστιανική του ανατροφή και η πνευματική του πορεία τον οδήγησαν στη Θεία θεωρία του Αγίου Ευαγγελίου και στην αυστηρή ασκητική ζωή, παράλληλα με το ποιμαντικό, παιδαγωγικό και φιλανθρωπικό του έργο. 

Ο πατέρας του Βασίλειος ήταν καθηγητής ρητορικής στη Νεοκαισάρεια και η μητέρα του Εμμέλεια απόγονος οικογένειας Ρωμαίων αξιωματούχων. Στην οικογένεια εκτός από τον Βασίλειο, υπήρχαν άλλα οκτώ παιδιά. Μεταξύ αυτών, ο Άγιος Γρηγόριος Νύσσης, ο Όσιος Ναυκράτιος ασκητής και θαυματουργός, η Οσία Μακρίνα και ο Άγιος Πέτρος, Επίσκοπος Σεβαστείας.      

Τα πρώτα γράμματα, τού τα δίδαξε ο πατέρας του. Συνέχισε τις σπουδές του στην Καισαρεία της Καππαδοκίας, στην Κωνσταντινούπολη και στην Αθήνα. Εκεί σπούδασε γεωμετρία. αστρονομία, φιλοσοφία, ιατρική, ρητορική και γραμματική. Οι σπουδές του διήρκησαν τεσσεράμισι χρόνια. Η ασκητική του ζωή ξεκίνησε ήδη από τα χρόνια όπου φοιτούσε στην Αθήνα. Ο σοφός δάσκαλός του, Εύβουλος, εντυπωσιασμένος από την αυστηρή νηστεία του Αγίου, και μετά την παραίνεσή του, λέγεται ότι έγινε Χριστιανός.

Συμφοιτητές του ήταν και δύο νέοι, που έμελλε να διαδραματίσουν σπουδαίο ρόλο στην ιστορία. Ο ένας, ο Άγιος και Μέγας Πατέρας της Εκκλησίας, ο Θεολόγος Γρηγόριος και ο άλλος μελανό στον αντίποδα, προδότης του Ιησού, ειδωλολάτρης και διώκτης των Χριστιανών, ο Ιουλιανός ο Παραβάτης. Κατά τη διάρκεια αυτών των ετών, ο Άγιος Βασίλειος και ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, ανέπτυξαν μεγάλη και ισχυρή φιλία. Ταυτόχρονα με τις σπουδές τους, είχαν ιεραποστολική δράση. Διοργάνωναν χριστιανικές συγκεντρώσεις, στις οποίες ανέλυαν θρησκευτικά ζητήματα. Ίδρυσαν επίσης και τον πρώτο φοιτητικό χριστιανικό σύλλογο.

Επέστρεψε στην Καισάρεια το καλοκαίρι του 356 μ.Χ. και συνεχίζοντας την παράδοση του πατέρα του, έγινε καθηγητής της ρητορικής. Το 358 μ.Χ. επηρεασμένος από τον θάνατο του αδερφού του μοναχού Ναυκρατίου, καθώς και με την παρότρυνση της αδερφής του, Μακρίνας, βαπτίζεται Χριστιανός και αποφασίζει να αφιερώσει τον εαυτό του στην ασκητική πολιτεία. Αποσύρθηκε λοιπόν σε ένα κτήμα της οικογένειας του, στον Πόντο. Χαρακτηριστικό της μεγαλοψυχίας του είναι ότι μετά τη βάπτισή του, δώρισε στους φτωχούς και στην εκκλησία το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας του. Το φθινόπωρο του ίδιου έτους, ξεκινά ένα οδοιπορικό σε γνωστά κέντρα ασκητισμού της Ανατολής, Αίγυπτο, Παλαιστίνη, Συρία και Μεσοποταμία, επιθυμώντας να συναντήσει πολλούς ασκητές και μοναχούς, για να γνωρίσει τον τρόπο ζωής τους. Όταν γύρισε στον Πόντο, από το ταξίδι αυτό, μοίρασε και την υπόλοιπη περιουσία του και αποσύρθηκε στο κτήμα του, επιθυμώντας να ζήσει πλέον ως μοναχός. Εκεί έγραψε τους: «Κανονισμούς δια τον Μοναχικόν βίον», κανόνες που ρυθμίζουν τη ζωή στα μοναστήρια, μέχρι τις μέρες μας. Με την υψηλή του κατάρτιση στην Ορθόδοξη Πίστη και τον ασκητικό, θαυμαστό του βίο, η φήμη του Αγίου Βασιλείου, εξαπλώθηκε με τον καιρό σε όλη την Καππαδοκία. Έτσι και ο Μητροπολίτης της Καισαρείας, Ευσέβιος, πραγματοποιώντας τη Θεία Βούληση αλλά και αυτή των χριστιανών της περιοχής, χειροτόνησε το 364 μ.Χ. τον Άγιο Βασίλειο, πρεσβύτερο. Το 370 μ.Χ. μετά τον θάνατο του Ευσεβίου και σε ηλικία 41 ετών, τον διαδέχθηκε ο Άγιος Βασίλειος στην επισκοπική έδρα, με τη συνδρομή του Ευσεβίου, επισκόπου Σαμοσάτων και του Γρηγορίου, επισκόπου Ναζιανζού. Επίσκοπος πλέον, ο Άγιος Βασίλειος, αντιμετώπισε την προσπάθεια του Αυτοκράτορα Ουάλη να επιβάλει τον Ομοιανισμό (ρεύμα του Αρειαωισμού), επικοινωνώντας μέσω επιστολών με τον Μέγα Αθανάσιο, Πατριάρχη Αλεξανδρείας και τον Πάπα Ρώμης Δάμασο. Στον τόπο του, στην περιφέρεια της δικής του ποιμαντικής ευθύνης, είχε να αντιμετωπίσει την έντονη παρουσία του αρειανικού στοιχείου και άλλων κακοδοξιών. Από τις επιστολές του φαίνονται οι προσπάθειες που κατέβαλε για την καταπολέμηση της σιμωνίας των επισκόπων, για την ανάδειξη άξιων κληρικών στο ιερατείο, καθώς και για την πιστή εφαρμογή των ιερών κανόνων από όλους τους πιστούς και φανερώνεται επίσης η ποιμαντική φροντίδα στα αποκομμένα και περιθωριοποιημένα μέλη της Εκκλησίας. 

Στην οικουμενική Εκκλησία, ο Μέγας Βασίλειος ουσιαστικά αναλαμβάνει τα πνευματικά ηνία από τον Μέγα Αθανάσιο, ο οποίος γηραιός πλέον, αποσύρεται από την ενεργό δράση. Εργάζεται συνεχώς για την επικράτηση των ορθόδοξων χριστιανικών αρχών και υπερασπίζεται με σθένος το δογματικό προσανατολισμό της Οικουμενικής Συνόδου της Νίκαιας.

Ο Άγιος Βασίλειος, βοηθούσε πάντοτε τους αδικημένους και κουρασμένους, τους πεινασμένους και τους άρρωστους, ανεξάρτητα από το γένος, τη φυλή και το θρήσκευμα. Έτσι το όραμά του το έκανε πραγματικότητα, ιδρύοντας ένα πρότυπο και για τις μέρες μας κοινωνικό και φιλανθρωπικό σύστημα, τη «Βασιλειάδα». Ένα ίδρυμα που λειτουργούσε νοσοκομείο, ορφανοτροφείο, γηροκομείο και ξενώνας για τη φροντίδα και ιατρική περίθαλψη των φτωχών αρρώστων και ξένων. Τις υπηρεσίες του τις πρόσφερε το ίδρυμα δωρεάν, σε όποιον τις είχε ανάγκη. Το προσωπικό του ιδρύματος αυτού, ήταν εθελοντές, που προσφέρανε την εργασία για το καλό του κοινωνικού συνόλου. Ήταν ένα πρότυπο και σε άλλες επισκοπές και στους πλούσιους ένα μάθημα να διαθέτουν τον πλούτο τους, με ένα αληθινά χριστιανικό τρόπο. Πραγματικά είναι άξιο θαυμασμού η έμπνευση που είχε ο Άγιος Βασίλειος, τον 4ο αιώνα μ.Χ. να ιδρύσει και να λειτουργήσει ένα τέτοιο ίδρυμα-πρότυπο.

Καταπονημένος από τη μεγάλη δράση που ανέπτυξε, σε τόσους πολλούς τομείς, εναντίον των διαφόρων κακοδοξιών και ειδικά της αιρέσεως του Αρειανισμού, μη διστάζοντας πολλές φορές να αντιταχθεί με την εκάστοτε πολιτική εξουσία, με όπλα του την πίστη και την προσευχή, με τα κηρύγματα και τους λόγους του, με τα πολλά ασκητικά και παιδαγωγικά συγγράμματα, καθώς και την ασκητική ζωή του, ο Άγιος Βασίλειος, ο Μέγας, παραδίδει το πνεύμα στον Θεό, την 1η Ιανουαρίου του 379 μ.Χ. σε ηλικία 49 ετών. Ο θάνατός του βυθίζει στο πένθος όχι μόνο το ποίμνιό του, αλλά και όλο το χριστιανικό κόσμο της Ανατολής. Στην  κηδεία του συμμετέχει και ένα πλήθος ανομοιογενές, από άποψη θρησκευτικής και εθνικής διαφοροποιήσεως. Το υψηλής σημασίας θεολογικό και δογματικό του έργο, καθώς και η λειτουργική και πρωτότυπη ανθρωπιστική του δράση, είναι η μεγάλη παρακαταθήκη που μας άφησε. Η μνήμη του τιμάται από την Ορθόδοξη Εκκλησία, την 1η Ιανουαρίου. Από το 1081 μ.Χ., ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως – Νέας Ρώμης, Ιωάννης Μαυρόπους (ο από Ευχαΐτων) θέσπισε έναν κοινό εορτασμό των Τριών Ιεραρχών, Βασιλείου του Μεγάλου, Ιωάννη του Χρυσοστόμου και Γρηγορίου του Θεολόγου, στις 30 Ιανουαρίου, ως προστατών των γραμμάτων και της παιδείας.

Με σοφία, στο απολυτίκιό του αναφέρεται η φράση: «…τα των ανθρώπων ήθη κατεκόσμησας…». Και ο Άγιος Γρηγόριος, ο Θεολόγος, στον Επιτάφιο, για τον καλό και Μέγα φίλο του, Άγιο Βασίλειο, αποδίδει σ’ αυτόν, με την ποιητική και βαθιά στοχαστική ματιά του, τον χαρακτηρισμό: «παιδαγωγός της νεότητας».

Ο Μέγας Βασίλειος, εκτός των άλλων θαυμάσιων και Θείας εμπνεύσεως έργων του, έγραψε και την εκτενή και κατανυκτική Θεία Λειτουργία, που μετά την επικράτηση της συντομότερης Θείας Λειτουργίας του Αγίου Ιωάννη του Χρυσοστόμου, τελείται 10 φορές τον χρόνο:

την 1η Ιανουαρίου (όπου γιορτάζεται και η μνήμη του),

τις πρώτες πέντε Κυριακές της Μ. Τεσσαρακοστής,

τις παραμονές των Χριστουγέννων και των Θεοφανείων,

την Μ. Πέμπτη και το Μ. Σάββατο.

Το έθιμο της Βασιλόπιτας

Στα χρόνια του Ιουλιανού του Παραβάτη, όταν το Βυζάντιο κήρυξε τον πόλεμο στην Περσία, ο Ιουλιανός πέρασε με τον στρατό του από την Καισαρεία. Τότε διέταξε να φορολογήσουν όλη την επαρχία και τα χρήματα αυτά θα τα έπαιρνε επιστρέφοντας για την Κωνσταντινούπολη. Έτσι, οι κάτοικοι αναγκάστηκαν να δώσουν ό,τι είχε ο καθένας, χρυσαφικά, νομίσματα κλπ. Όμως ο Ιουλιανός σκοτώθηκε άδοξα σε μια μάχη στον πόλεμο με τους Πέρσες, έτσι δεν ξαναπέρασε ποτέ από την Καισάρεια. Τότε ο Άγιος Βασίλειος, έδωσε εντολή και από τα μαζεμένα χρυσαφικά, τα μισά να δοθούν στους φτωχούς, ένα μικρό μέρος κράτησε για τις ανάγκες των ιδρυμάτων της Βασιλειάδας, και τα υπόλοιπα τα μοίρασε στους κατοίκους, με έναν πρωτότυπο τρόπο: έδωσε εντολή να ζυμώσουν ψωμιά και σε κάθε ψωμί, έβαλε από ένα νόμισμα ή χρυσαφικό μέσα. Κατόπιν τα μοίρασε στα σπίτια. Έτσι τρώγοντας οι κάτοικοι τα ψωμιά, όλο και κάτι έβρισκαν μέσα. Έτσι γεννήθηκε το έθιμο της πίτας, που ονομάστηκε «βασιλόπιτα».